Παράλυση Ημίσεως Προσώπου – Προσωπικού Νεύρου Bell

Το προσωπικό νεύρο χορηγεί ερεθίσματα στου μυες του προσώπου, τους δακρυϊκούς αδένες, τους σιελογόνους αδένες, σε έναν μυ στο εσωτερικό του αυτιού και στις γευστικές θηλές του προσθίου τμήματος της γλώσσας,
ενώ επίσης λαμβάνει αισθητικά ερεθίσματα από την τυμπανική μεμβράνη και το οπίσθιο τοίχωμα του έξω ακουστικού πόρου.

Το ακριβές αίτιο της πάρεσης ή παράλυσης του προσωπικού νεύρου παραμένει άγνωστο, υπάρχει υποψία ιογενούς παράγοντα. Η πάρεση ή παράλυση θεωρείται πως οφείλεται στη φλεγμονή και διόγκωση του νεύρου που προκαλεί πιεστικά φαινόμενα και βλάβη στο ίδιο το νεύρο.

Ο ασθενής υποφέρει από ξηρότητα του οφθαλμού, ξηρότητα του στόματος, διαταραχές γεύσης, υπερευαισθησία της ακοής και πτώση του βλεφάρου και της γωνίας του στόματος.

Η ψυχολογική επιβάρυνση της παράλυσης του προσωπικού νεύρου μπορεί να είναι τεράστια. Η ελαττωμένη εκφραστικότητα του προσώπου και η έντονη ασυμμετρία οδηγούν σε κοινωνική απομόνωση, κατάθλιψη και κοινωνική αποξένωση. Τα άτομα με παράλυση του προσωπικού νεύρου εκλαμβάνονται από τους υπόλοιπους σαν να εκπέμπουν αρνητικά συναισθήματα.

Παράγοντες κινδύνου για παράλυση του Bell θεωρούνται η κύηση, η βαριά προεκλαμψία, η παχυσαρκία, η χρόνια υπέρταση, ο σακχαρώδης διαβήτης και οι ασθένειες του ανωτέρου αναπνευστικού.

Οι περισσότεροι ασθενείς παρουσιάζουν αυτόματη βελτίωση εντός 2 – 3 εβδομάδων από την έναρξη των συμπτωμάτων και πλήρη υποχώρηση εντός 3 – 4 μηνών. Ακόμα και χωρίς θεραπεία 70 – 90 % των ασθενών παρουσιάζουν πλήρη υποχώρηση των συμπτωμάτων, ενώ σε 30 % η αποκατάσταση παραμένει ατελής.

Η προσπάθεια να μειωθεί το ποσοστό ατελούς αποκατάστασης περιλαμβάνει τη χορήγηση θεραπείας με κορτικοστεροειδή και αντιϊικά, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις επιχειρείται χειρουργική αποσυμπίεση του νεύρου.

Η πάρεση ή παράλυση του Bell ονομάζεται "οξεία" όταν η έναρξη εντοπίζεται σε χρονικό διάστημα μικρότερο των 72 ωρών και δεν εντοπίζεται κάποια παθολογική αιτία πρόκλησης.

Σύγχρονες Οδηγίες Αντιμετώπισης:

Η διάγνωση τίθεται από το ιστορικό και τη φυσική εξέταση ασθενούς. Προκειμένου να τεθεί διάγνωση Bell στους ασθενείς με μονόπλευρη οξεία πάρεση ή παράλυση προσώπου, θα πρέπει να αποκλείονται τα υπόλοιπα αναγνωρίσιμα αίτια πάρεσης ή παράλυσης προσωπικού νεύρου.

Οι ασθενείς με νεο-εμφανισθείσα παράλυση του Bell δεν χρειάζεται να υποβάλλονται σε τυπικές εργαστηριακές εξετάσεις.

Σε νεο-εμφανισθείσα παράλυση του Bell δεν απαιτούνται διαγνωστικές απεικονιστικές εξετάσεις.

Οι ασθενείς ηλικίας 16 ετών και άνω, θα πρέπει να λαμβάνουν κορτικοστεροειδή από του στόματος εντός 72 ωρών από την έναρξη των συμπτωμάτων.

Δεν πρέπει να χορηγείται μονοθεραπεία με αντιϊική αγωγή στους ασθενείς με νεο-εμφανισθείσα παράλυση του Bell.

Αντίθετα δύναται να χορηγηθεί συνδυασμός αντιϊικής θεραπείας με κορτικοστεροειδή από του στόματος εντός 72 ωρών από την έναρξη των συμπτωμάτων.

Θα πρέπει να δίνονται οδηγίες προστασίας του οφθαλμού σε περίπτωση ατελούς σύγκλισης του βλεφάρου.

Σε ατελή παράλυση του Bell δεν θα πρέπει να πραγματοποιούνται ηλεκτροδιαγνωστικές δοκιμασίες (ηλεκτρονευρονογραφία, δοκιμασία διέγερσης του νεύρου, δοκιμασία μέγιστης διέγερσης του νεύρου, ηλεκτρομυογραφία).

Σε πλήρη παράλυση δύνανται να πραγματοποιηθούν ηλεκτροδιαγνωστικές δοκιμασίες.

Δεν υπάρχουν κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με την πραγματοποίηση χειρουργικής αποσυμπίεσης του νεύρου.

Δεν υπάρχουν κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με την επίδραση της Φυσιοθεραπείας.

Οι ασθενείς θα πρέπει να επανελέγχονται ή να παραπέμπονται οποτεδήποτε εκδηλωθούν νέα ή επιδεινωθούν τα προϋπαρχοντα νευρολογικά συμπτώματα,
οποτεδήποτε εκδηλωθούν οφθαλμικά συμπτώματα
και σε κάθε περίπτωση ατελούς αποκατάστασης προσωπικού νεύρου 3 μήνες μετά την αρχική έναρξη των συμπτωμάτων.